Δημοφιλείς αναρτήσεις

Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

ΜηΝ Το ΦοΒαΣαΙ Το ΘεΡιΟ.

                                ή εναλλακτικά: Ένα διάλειμμα βλακείας.
-Έλα ρε με ακούς?
-Ναι ρε ναι , σε ακούω απλά σκέφτομαι….
-Τι?
-Τίποτα, απλά σκέφτομαι ότι έχω χάσει πολλά επεισόδια….. Καλά ρε μαλάκα πλάκα μου κάνεις, πότε τα πρόλαβες όλα αυτά?
- (Γελάει…) Μπαμ μπαμ.Μέσα σε δύο χρόνια!Το μωρό θα κλείσει  χρόνο σε τέσσερις  μήνες. Ήθελα να σε καλέσω και στο γάμο αλλά δε σε έβρισκα , όλο λείπεις και συ, θα περνούσαμε ωραία και κείνο το κωλοτηλέφωνο δεν το σηκώνεις ποτέ, απόρησα που το σήκωσες σήμερα…
- Ναι σωστά, έχεις δίκιο ….

Μην τα πολυλογώ , ο λόγος που κάνω αυτήν την ανάρτηση είναι για να θίξω το ευαίσθητο ζήτημα της γαμοφοβίας που στις μέρες μας και στο μυαλό μου (κυρίως)  παίρνει ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις,  απειλώντας με διάλυση τον σύγχρονο ευαίσθητο κοινωνικό ιστό (η τελευταία πρόταση είναι λίγο άσχετη , αλλά επειδή τη βρίσκω συνέχεια στις εφημερίδες, είπα να την προσθέσω κι εγώ).Με άλλα λόγια, όπως ήδη θα έχετε καταλάβει, έχω γίνει γαμοφοβικός (όχι βέβαια, δεν φοβάμαι να γ@μ%$w ,άκου που πήγε το μυαλό τους (!)  εγώ φταίω που κάθομαι και δίνω εξηγήσεις στον κάθε ανώμαλο(!) αφού δεν καταλαβαίνουν, επίπεδο παραλληλεπίπεδο,  ένα με το χαντάκι λέμε…) πράγμα που σημαίνει – για όσους δεν το πιασαν, όλοι σας δλδ- ότι φοβάμαι το γάμο γαμΩτο, τις νύφες , τα νυφικά, τις μπομπονιέρες, τα τούλια ,τις εκκλησίες, τα κουφέτα ,τις δεξιώσεις, το ρύζι, το σπανακόρυζο, την σπανακόπιτα - (τα δυο τελευταία βέβαια για άλλο λόγο, επειδή είμαι αλλεργικός στο σπανάκι)-,  τα παρανυφάκια, τους απογόνους , τους καλεσμένους, τους κουμπάρους, τα πεθερικά, τις ευχές  και τους φωτογράφους.
 Αυτές τις φοβίες δεν τις είχα ούτε στο ελάχιστο παλιότερα, προέκυψαν εντελώς ξαφνικά τα τελευταία δυο χρόνια. Θυμάμαι,  λίγα  χρόνια πριν, όταν ήμουν πέντε (?)  χρονών και μου έλεγε η μαμά μου ότι είμαστε καλεσμένοι σε γάμο , κύματα χαράς με συνέπαιρναν στην ιδέα ότι θα παρευρεθώ σαν καλεσμένος μέσα σε όλο αυτό το νταβαντούρι ενός γάμου , ενώ ηδονιζόμουν στη σκέψη ότι επιτέλους θα μπορούσα ελεύθερα  να καταναλώσω τριανταδύο κιλά κουφέτα σοκολάτας, χωρίς να με καταλάβει η μάνα μου και το κυριότερο, χωρίς να βγάλω ούτε ένα σπυράκι.
 Από τότε όμως κύλησε πολύ νερό στο γαμοαυλάκι, τα κουφέτα σκλήρυναν επικίνδυνα για την αλαβάστρινη οδοντοστοιχία μου, ενώ οι χειραψίες  με τους επτά χιλιάδες νοματαίους  σε κάθε γάμο μου προκαλούσαν τενοντίτιδες  στα χέρια και τεντωνίτιδες στα νεύρα στέλνοντας με κατευθείαν στα κατά τόπους  σανατόρια ως έκτακτο περιστατικό. Κι όσο ο καιρός περνούσε, το γάμο - αυλάκι βάλτωνε και βάθαινε επικίνδυνα, ενώ ανακόντα και κροκόδειλοι , πεσκανδρίτσες και βατράχια , έβρισκαν πια καταφύγιο στα βρώμικα νερά του (μου βγαίνει ένας ατίθασος λυρισμός τελευταία που δεν θέλει πολύ για να πνίξει αυτό το ηλίθιο κείμενο, όμως κάντε λιγάκι υπομονή, τελειώνω).
Η πρώτη μου βουτιά σε αυτά τα σκοτεινά κι απόκοσμα ύδατα δεν άργησε να συμβεί. Ήταν ένα κυριακάτικο πρωινό, αρχές Μαΐου, δύο χρόνια πριν, όταν ο κολλητός μου ο Βρασίδας μου ανακοίνωσε περιχαρής : «Μαλάκα πάω για γάμο, η Σουλτάνα είναι έγκυος!». Την στιγμή εκείνη η άνοιξη σμίλευε μανιωδώς τα πρόσφορα λιβάδια γεμίζοντας τις εκτάσεις τους με άνθη που μαράθηκαν μονομιάς, κι εγώ, χωρίς αναπνοή, χωρίς μπρατσάκια και βατραχοπέδιλα, χωρίς μαγιό και αντηλιακό υψηλής προστασίας από τις ακτίνες UVA - UVB και με ένα ανατριχιαστικό ρίγος να διαπερνά το άγαμο κορμάκι μου, βρέθηκα σφιχταγκαλιασμένος με τα ανακόντα, να ταΐζω λασπωμένες πεσκανδρίτσες  τους κροκόδειλους,  μπας και χορτάσω την πείνα τους, πριν μου επιτεθούν με τα κοφτερά και αλαβάστρινα (το ξέρω επαναλαμβάνομαι , αλλά ταιριάζει και εδώ πολύ καλά αυτή η λέξη)  δόντια τους.
Όταν τελικά μετά από αρκετές μέρες και αφού είχα ξεκληρίσει όλες τις πεσκανδρίτσες του βυθού, κατάφερα να βγω από τον βούρκο , γονάτισα λασπωμένος και τρεκλίζοντας  στην υγρή όχθη κάτω από έναν υπέρλαμπρο ήλιο που είχε αποξηράνει  όλα μου τα συναισθήματα και έκανα, κλαίγοντας με λυγμούς, τάμα  στην αγία Παρθενία (την προστάτιδα των ιεροδούλων ) να μην παντρευτώ ποτέ ποτέ ΠΟΤΕ καμία από τις πουτάνες που με πλησιάζουν με σκοπό τον γάμο και ότι θα κάνω ότι είναι ανθρωπίνως δυνατό για να αποτρέψω από ένα τέτοιο ατόπημα κάθε φίλο και εχθρό, κάθε γνωστό και άγνωστο, κάθε συγγενή και κάθε… μη συγγενή (εδώ δεν υπάρχει αντίθετο, σκέφτηκα να βάλω την λέξη «ασυγκοινώνητο» αλλά αφενός δεν υπάρχει σαν λέξη και αφετέρου παραπέμπει στις συγκοινωνίες).
Όμως όπως μου είχε πει κάποτε ένας πολυταξιδεμένος  δεύτερος ξάδερφος του πατέρα μου από την πλευρά της γιαγιάς μου , ο οποίος είχε εργαστεί ως  ανθρακωρύχος στο Βέλγιο, ως ανθρωπολόγος στη Γουαδελούπη, ως ανθοπώλης στο Μαυροβούνιο και τώρα τελευταία ως ανθυπασπιστής στον συντεταγμένο στρατό του Καντάφι στη Λιβύη , «ποτέ δεν πρέπει να λες ποτέ»….. και δυστυχώς βγήκε και εξακολουθεί να βγαίνει ΑΛΗΘΙΝΟΣ. Μια που από τότε οι επισκέψεις μου σε αυτόν τον απεχθέστατο μετά βδελυγμίας βυθό γίνονται όλο και συχνότερες , με αποτέλεσμα οι κροκόδειλοι να με πλησιάζουν πλέον όλο ενθουσιασμό,  κουνώντας όλο σκέρτσο την ουρά τους , ενώ τα ανακόντα με αγκαλιάζουν  τόσο σφιχτά για να μου εκφράσουν την  συμπαράστασή τους, προκαλώντας μου μονίμως εξαρθρώσεις στη λεκάνη ,την μέση και τους ώμους.
Είμαι πλέον απόλυτα πεπεισμένος πως αυτό το τσουνάμι από μπομπονιέρες , αυτά τα λυσσαλέα αφρίζοντα τούλια στις στρωμένες με κουφέτα παραλίες, δεν θα αργήσουν να καταλύσουν κάθε εργένικο  χώρο ελεύθερης συνεύρεσης,  αποδομώντας κάθε μορφή ατομικότητας  και ακρωτηριάζοντας άνευ αναισθητικού, τις ελάχιστες ελευθερίες που μας απέμειναν μετά και το Μνημόνιο. Ορδές νεόνυμφων ακατάλληλων προς αναπαραγωγή θα συνεχίσουν να αναπαράγουν την ακαταλληλοσύνη(!) τους και οδηγημένοι από ένα πατρογονικό αμαρτωλό ένστικτο θα συνεχίσουν να καταναλώνουν  ξινόμηλα , όπως ο δύστυχος Αδάμ και η ευτυχής Εύα , μετατρέποντας τον πλανήτη Γή σε ένα όξινο περιβάλλον ακατάλληλο προς κάθε είδους εργένικης διαμονής…..